Local view for "http://purl.org/linkedpolitics/eu/plenary/2004-05-04-Speech-2-206"

PredicateValue (sorted: none)
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@et5
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@sl19
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@mt15
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@cs1
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@sk18
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@lt14
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@pl16
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@hu11
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Hr. formand, hvis vi skulle karakterisere aftenens forhandling og give den en overskrift, ville vi kalde den en forhandling om solidaritet. Det er det ord, der er blevet brugt mest i aften, og nødvendigheden af at styrke solidariteten er blevet fremhævet rigtig mange gange, og som hr. Libicki og hr. Kroupa også sagde tidligere, håber jeg, vi kan gøre Europa og vores lande til et bedre sted for vores børn og kan leve med det demokrati, den sikkerhed og den frihed, som vi garanteres af EU og alle de europæiske befolkningers fælles ønske, uden at vi ofrer friheden. Jeg har fulgt debatten med stor opmærksomhed, og ud fra det kan jeg sige, at det er helt klart, at den økonomiske og sociale politik ikke kan adskilles. Derfor var det et rigtigt tiltag, vi vedtog sidste år, hvor vi besluttede at modernisere og kæde disse to politiske områder sammen. Efter at have konstateret dette vil jeg gerne komme med et par afsluttende bemærkninger. Den langsomme økonomiske vækst, der blev iagttaget i de første år af anvendelsen af Lissabon-strategien - og således også af den socialpolitiske dagsorden - har måske sået tvivl, som fru Lulling også sagde tidligere, om den dybere tankegang bag det moderniseringstiltag, der blev vedtaget i 2000. Den kendsgerning, at der er flere midtvejsmål, som ikke nås inden 2005, f.eks. vedrørende arbejdsløshed, som blev nævnt af fru Ainardi og andre, og forhøjelsen af ældre arbejdstageres beskæftigelsesprocent, som er langt lavere end det mål, vi satte, kan alt sammen afføde kritik. Imidlertid er det strategiske valg med hensyn til økonomisk og social velfærd det rigtige valg. Vi er ikke alene nødt til, som hr. Marini understregede, at være tro mod de principper, der danner grundlag for Europas økonomiske og sociale model, og som indgår i Lissabon-strategien, vi må også holde fast i de mål, der er sat for den konkrete strategi. Dette udelukker ikke, at det kan blive nødvendigt med justeringer af de konkrete politiske foranstaltninger og metoderne til at gennemføre dem. Det står dog klart, at EU er nødt til at udnytte det økonomiske opsving og den dynamik, der ligger i udvidelsen, til at sætte nyt skub i Lissabon-strategien og hovedsagelig fokusere på bestemte prioriteringer såsom forbedringer inden for investeringer i netværk og teknologisk viden, som mange har fremhævet, bl.a. fru Grossetête, hr. Szabó og mange andre, styrkelse af industriens og servicesektorens konkurrenceevne og forlængelse af den erhvervsaktive del af livet. Generelt gælder det for de nye medlemsstater, at de i forbindelse med gennemførelsen af strukturreformerne møder og står over for de samme udfordringer som de ældre medlemsstater. Som flere også fremhævede, heriblandt hr. Krasts og fru Šlesere, har de nye medlemsstater ganske vist større vanskeligheder i visse tilfælde. Lande som Polen har, som fru Ciemniak nævnte, en høj udviklingstakt på 6 % og har gennemført hurtigere strukturreformer. Inden for strukturreformerne bør de nye medlemsstater især fokusere på at skabe de rette betingelser for at styrke produktivitsforøgelsen, da produktivitetsniveauet generelt er meget lavt, og på at bekæmpe den høje strukturelle ledighed og langtidsledigheden, som hr. Siekierski var inde på. Her vil jeg også gerne omtale et spørgsmål, som fru Jensen rejste i begyndelsen af forhandlingen, og som også blev nævnt senere, nemlig arbejdstagernes frie bevægelighed. Som bekendt er der givet mulighed for overgangsordninger. Det har medført forskellig praksis fra land til land, som dækker hele spektret fra nul til syv år. Uanset hvor meget overgangsperioderne varierer - og jeg håber, det viser sig, at de ikke er nødvendige og snarest muligt vil blive ophævet eller begrænset mest muligt - må jeg understrege, at den frie bevægelighed og retten til at etablere sig og arbejde i en anden medlemsstat udgør grundlæggende rettigheder, som er beskyttet af fællesskabsretten. Vi bør heller ikke glemme, at de udgør en fast bestanddel af det indre marked og det europæiske statsborgerskab. Jeg vil også gerne understrege endnu en gang, hvad jeg nævnte i mit første indlæg, nemlig at økonomier, som er knyttet tæt sammen og meget afhængige af hinanden, og som deles om et fælles marked, har brug for en effektiv koordinering af både udarbejdelsen og gennemførelsen af den økonomiske politik, både på nationalt plan og på EU-plan. Alle elementer i den økonomiske koordineringsramme hænger snævert sammen med denne overordnede strategi. Jeg er enig med dem, f.eks. fru Thyssen, der fremhævede, at den eneste måde, man kan fremskynde udviklingen på, er ved at gennemføre flere reformer. Vi er nødt til at udvide vores koordinering, så den ud over de finansielle spørgsmål også omfatter bredere økonomipolitiske spørgsmål, og vi er nødt til at tage højde for både det sociale aspekt og miljøaspektet, som fru Myller talte om, og hun var også inde på det, som jeg selv fremhævede tidligere, og som jeg gerne vil præcisere nu, nemlig at lande med en høj social beskyttelse, som f.eks. Danmark og Sverige, også har opnået en meget høj konkurrenceevne. Vi er nødt til at finde den politiske vilje, som skal til, for at vi kan udvide vores koordinering til alle de områder, der er omfattet af Lissabon-strategien, så vi opnår større vækst og højere beskæftigelse."@da2
lpv:translated text
". Arvoisa puhemies, jos voisimme nimetä tämäniltaisen keskustelun, kutsuisimme sitä yhteisvastuuta koskevaksi keskusteluksi. Tätä sanaa toistettiin tänä iltana tosiaankin useammin kuin mitään muuta. Yhteisvastuun lujittamisen tarvetta korostettiin tietenkin useaan otteeseen ja toivon, kuten jäsen Libicki ja jäsen Krupa aiemmin totesivat, että pystymme tekemään Euroopasta ja maistamme paremman paikan meille ja lapsillemme. Toivon myös, että pystymme vapauksiamme uhraamatta säilyttämään demokratian, turvallisuuden ja vapauden, jotka Euroopan unioni ja kaikkien Euroopan kansalaisten yhteinen toive meille takaavat. Seurattuani keskustelua erittäin tarkasti voin todeta, että siitä ilmeni selvästi, ettei talous- ja sosiaalipolitiikkaa voi erottaa toisistaan. Niinpä toimintamalli, jonka otimme käyttöön viime vuonna päättäessämme saattaa ajan tasalle ja yhdistää nämä kaksi politiikan alaa, osoittautui oikeaksi. Tämän huomion lisäksi haluaisin esittää joitakin muita loppuhuomautuksia. Heikko talouskasvu Lissabonin strategian ja niin muodoin myös sosiaalipolitiikan toimintaohjelman ensimmäisten täytäntöönpanovuosien aikana voi, kuten jäsen Lulling aiemmin totesi, herättää epäilyksiä siitä, millainen logiikka on vuonna 2000 hyväksytyn ajanmukaistamismenettelyn taustalla. Se, että useita välitavoitteita ei saavuteta vuoteen 2005 mennessä, voi herättää kritiikkiä. Kuten jäsen Ainardi ja muut totesivat, työttömyyttä koskevat tavoitteet jäävät saavuttamatta, emmekä pysty nostamaan ikääntyvien työntekijöiden työllisyysastetta, joka on paljon tavoitettamme alhaisempi. Tästä huolimatta taloudellista ja sosiaalista hyvinvointia koskeva strateginen valinta on oikea. Kuten jäsen Marini korosti, meidän on paitsi noudatettava Lissabonin strategiaan sisältyviä eurooppalaisen taloudellisen ja sosiaalisen mallin perusperiaatteita myös pidettävä kiinni tämän nimenomaisen strategian tavoitteista. Tämä ei sulje pois sitä, että erityistoimia ja niiden täytäntöönpanomenettelyjä voidaan joutua mukauttamaan. On kuitenkin selvää, että Euroopan unionin pitäisi hyödyntää talouden elpymistä ja laajentumisen mukanaan tuomia muutoksia antaakseen uutta vauhtia Lissabonin strategialle. Unionin olisi keskityttävä määrättyihin painopisteisiin, kuten verkkoihin suunnattujen investointien ja teknisen taitotiedon parantamiseen. Tätä korostivat useat jäsenet, muiden muassa jäsen Grossetête, jäsen Szabó ja monet muut. Lisäksi unionin on vahvistettava teollisuuden ja palveluiden kilpailukykyä ja laajennettava aktiivista työelämää. Yleensäkin uudet jäsenvaltiot käyvät läpi ja kohtaavat rakenneuudistusten täytäntöönpanon yhteydessä samoja haasteita kuin vanhat jäsenvaltiot. Kuten useat jäsenet, muiden muassa jäsen Krasts ja jäsen Šlesere, korostivat, uusilla jäsenvaltioilla on tietenkin suurempia vaikeuksia joissakin tapauksissa. Jäsen Ciemniakin toteamuksen mukaisesti joidenkin valtioiden talouskasvu on ollut voimakasta, esimerkiksi Puolalla kuusi prosenttia, ja ne ovat onnistuneet toteuttamaan nopeammin rakenneuudistuksia. Rakenneuudistusten alalla uusien jäsenvaltioiden on keskityttävä varsinkin tuottavuuden kasvun vahvistamiselle otollisten olosuhteiden luomiseen, sillä tuottavuuden yleinen taso on heikko, ja jäsen Siekierskin mainitseman korkean rakenteellisen ja pitkäaikaisen työttömyyden käsittelemiseen. Mainitsen tässä yhteydessä myös jäsen Jensenin keskustelun alussa esittämän aiheen, joka toistui myöhemminkin: työntekijöiden vapaan liikkuvuuden. Kuten tiedätte, käyttöön on otettu siirtymäsäännöksiä. Tässä on turvauduttu useisiin kansallisiin käytäntöihin, jotka kattavat koko asteikon nollasta seitsemään vuoteen. Huolimatta asteittaisista siirtymäkausista, jotka toivottavasti osoittautuvat tarpeettomiksi ja lakkautetaan mahdollisimman pian tai joita ainakin rajoitetaan mahdollisimman paljon, korostan, että vapaa liikkuvuus ja oikeus asettua toiseen jäsenvaltioon ja työskennellä siellä ovat yhteisön lainsäädännössä turvattuja perusoikeuksia. Emme myöskään saa unohtaa, että ne ovat olennainen osa sisämarkkinoita ja Euroopan kansalaisuutta. Haluan myös vielä kerran korostaa toteamustani puheenvuoron alussa, että talouspolitiikan toteuttamisen ja täytäntöönpanon tehokas yhteensovittaminen sekä jäsenvaltioissa että Euroopan unionissa on välttämätöntä laajasti yhdentyneille ja toisistaan riippuvaisille talouksille, joilla on yhteiset markkinat. Kaikki talouspolitiikan yhteensovittamiseen tarkoitettujen rakenteiden osatekijät liittyvät tiiviisti tähän yleiseen strategiaan. Olen samaa mieltä niiden kanssa, jotka jäsen Thyssenin tavoin korostivat, että ainoa tapa nopeuttaa kehitystä on toteuttaa lisää uudistuksia. Yhteensovittamisen on koskettava muutakin kuin rahoitusasioita, jotta voimme käsitellä laajempia talouspoliittisia kysymyksiä, ja meidän on otettava huomioon sekä sosiaalinen että ympäristöpoliittinen ulottuvuus, joista jäsen Myller puhui. Viittaan siihen, mitä aiemmin totesin ja korostin ja mitä haluaisin nyt selventää, että Tanskan ja Ruotsin kaltaiset valtiot, joissa on korkeatasoinen sosiaaliturva, pystyvät myös olemaan erittäin kilpailukykyisiä. Arvoisa puhemies, meidän on löydettävä tarvittavaa poliittista tahtoa laajentaaksemme yhteensovittamista kaikille Lissabonin strategiaan kuuluville aloille, jotta voimme lisätä kasvua ja työllisyyttä."@fi7
lpv:translated text
". Herr talman! Om vi kunde döpa kvällens debatt och ge den en rubrik skulle vi säga att det var en debatt om solidaritet. Detta är också det ord som nämnts oftast denna kväll. Behovet av att stärka solidariteten har givetvis betonats flera gånger, och jag hoppas att vi, såsom även Marcin Libicki och Pan Daniel Kroupa tidigare påpekade, skall kunna göra EU och våra länder bättre för oss och våra barn och att vi utan att behöva offra vår frihet skall kunna leva i demokrati, säkerhet och frihet som garanteras av en gemensam önskan från Europeiska unionen och Europas folk. Jag har följt debatten mycket noggrant och tycker mig kunna påstå att det tydligt framgått att ekonomisk politik och socialpolitik inte kan skiljas från varandra. Därför valde vi rätt tillvägagångssätt förra året när vi beslutade att uppdatera och kombinera dessa båda politikområden. Förutom denna iakttagelse skulle jag vilja framföra ytterligare ett antal slutkommentarer. Den långsamma ekonomiska tillväxt som vi kunde se de första åren av Lissabonstrategins och, följaktligen även den socialpolitiska dagordningens, genomförande kan ge upphov till tvivel, vilket Astrid Lulling sade tidigare, om tankarna bakom den uppdateringsstrategi som antogs 2000. Det faktum att flera delmål inte kommer att uppnås till 2005, till exempel för arbetslösheten, vilket påpekades av Sylviane H. Ainardi och andra, eller ökningen av antalet äldre anställda som ligger långt mycket lägre än de procenttal vi strävar efter, kan ge upphov till kritik. Det strategiska valet av ekonomisk och social välfärd är dock det rätta. Vi måste inte enbart, vilket Franco Marini betonade, vara trogna de principer som EU:s ekonomiska och sociala modell vilar på och som ligger i Lissabonstrategin; vi måste också fortsätta att vara trogna målsättningarna i den särskilda strategin. Detta utesluter inte att det kan krävas justeringar av specifika politiska åtgärder och genomförandemetoder. Det framstår dock tydligt att EU bör utnyttja den ekonomiska återhämtningen och dynamiken i utvidgningen för att ge Lissabonstrategin ny drivkraft. Vi bör i det sammanhanget framför allt inrikta oss på vissa prioriterade områden såsom att förbättra investeringar i nätverk och tekniskt kunnande, vilket flera ledamöter, däribland Françoise Grossetête och Zoltán Szabó, också betonat och stärka näringslivets och tjänstesektorns konkurrenskraft och förlänga människors aktiva period i arbetslivet. Vad gäller genomförandet av strukturreformer genomgår och möter de nya medlemsstaterna i allmänhet samma utmaningar som de gamla medlemsstaterna gjorde. Såsom många ledamöter betonade, däribland Guntars Krasts och Inese Šlesere, möter givetvis de nya medlemsstaterna i en del fall större svårigheter. Vissa länder, exempelvis Polen, har naturligtvis, såsom Grażyna Jolanta Ciemniak påpekade, en hög tillväxttakt, sex procent, och har genomfört sina reformer på strukturreformsområdet snabbare. I samband med strukturreformerna måste för övrigt de nya medlemsstaterna särskilt inrikta sig på att skapa förutsättningar för att stärka produktivitetsökningen, eftersom produktivitetsnivåerna generellt sett är låga, och för att bemöta de höga nivåerna av strukturell arbetslöshet och långtidsarbetslöshet, vilket Czesław Adam Siekierski nämnde. Jag skulle i detta sammanhang också vilja nämna en fråga som inledningsvis togs upp av Anne Elisabet Jensen och därefter upprepades, nämligen arbetstagarnas fria rörlighet. Som vi vet har det fattats beslut om övergångsbestämmelser. Dessa har överförts till olika nationella regler som täcker hela spektret, från noll till sju år. Oavsett varierande övergångsperioder – som jag hoppas kommer att visa sig onödiga och därför avskaffas så snabbt som möjligt eller i största möjliga utsträckning begränsas – måste jag dock betona att fri rörlighet och fri rätt att etablera sig och arbeta i en annan medlemsstat är grundläggande friheter som är garanterade i gemenskapens regelverk. Vi får inte heller glömma att de utgör en integrerad del av den inre marknaden och EU-medborgarskapet. Jag skulle dessutom än en gång vilja betona det jag sade i början av mitt anförande, nämligen att ekonomier som är mycket enhetliga och präglade av inbördes beroendeförhållanden och som har en gemensam marknad måste samordnas effektivt för att en ekonomisk politik skall kunna utformas och genomföras på både nationell nivå och på EU-nivå. Alla bärande inslag i den ekonomiska samordningsramen är nära knutna till denna övergripande strategi. Jag är också ense med dem som i likhet med Marianne L.P. Thyssen påpekat att det enda sättet att påskynda processen är att genomföra andra reformer. Vår samordning måste utvidgas utöver de ekonomiska spörsmålen till att även omfatta bredare ekonomiska frågor. Vi måste också ta hänsyn till både de sociala aspekterna och miljöaspekterna, vilket Riitta Myller nämnde med hänsyn till vad jag tidigare tagit upp och betonat, och som jag skulle vilja förtydliga nu, nämligen att länder med högt socialt skydd som Danmark och Sverige också har lyckats bli ytterst konkurrenskraftiga. Herr talman! Vi måste hitta den politiska vilja som behövs för att utvidga vår samordning till att omfatta Lissabonstrategins samtliga sektorer så att vi kan få högre tillväxt och ökad sysselsättning."@sv21
lpv:translated text
"Mijnheer de Voorzitter, als ik een etiketje zou mogen plakken op het debat van vanavond, dan zou ik zeggen dat dit een debat over solidariteit was. Solidariteit was het woord dat hier vanavond het vaakst viel. Herhaaldelijk werd gezegd dat de solidariteit versterkt moet worden, en evenals de heren Libicki en Kroupa hoop ik dat wij Europa en de lidstaten beter kunnen maken voor onszelf en onze kinderen, en dat wij in democratie, veiligheid en vrijheid kunnen leven. De Europese Unie staat daarvoor garant en dat is ook de wens van alle volkeren in Europa. Niemand wil de vrijheden opofferen. Ik heb het debat met grote aandacht gevolgd. Daaruit bleek zonder meer dat het economisch en het sociaal beleid niet van elkaar kunnen worden losgekoppeld. Daarom ook hebben wij vorig jaar terecht besloten om deze twee beleidsvormen te synchroniseren en te combineren. Afgezien hiervan wil ik echter nog enkele afsluitende opmerkingen maken. De trage economische ontwikkeling die zich heeft voorgedaan tijdens de eerste jaren van tenuitvoerlegging van de strategie van Lissabon en dus ook van de sociale agenda zou, zoals mevrouw Lulling zei, twijfels kunnen oproepen over de fundamentele logica die ten grondslag ligt aan de in 2000 besloten synchronisatie. Er is aanleiding tot kritiek omdat veel tussentijdse doelstellingen voor 2005 niet worden bereikt. Ik denk bijvoorbeeld aan de werkloosheid - zoals mevrouw Ainardi en anderen zeiden - en de verhoging van de participatiegraad van oudere werknemers, die veel lager ligt dan het nagestreefde percentage. Dat kan aanleiding zijn tot kritiek. De strategische keuze van de economische en sociale welvaart is echter een goede keuze. Wij moeten - zoals de heer Marinho zei - trouw blijven aan niet alleen de fundamentele beginselen van het Europees economisch en sociaal model, die hun beslag hebben gevonden in de strategie van Lissabon, maar ook aan de doelstellingen van deze strategie. Dat sluit niet uit dat op een gegeven ogenblik misschien zal blijken dat bepaalde beleidsmaatregelen en toepassingsmethoden moeten worden aangepast. Het lijdt evenwel geen twijfel dat de Europese Unie het economische herstel en de dynamiek van de uitbreiding moet aangrijpen om de strategie van Lissabon een nieuwe impuls te geven en de aandacht toe te spitsen op bepaalde prioriteiten. Zo noemden mevrouw Grossetête, de heer Szabó en anderen de versterking van de investeringen in technologische netwerken en kennis, de versterking van het mededingingsvermogen van de industrie en de dienstensector en de verlenging van het beroepsleven. De nieuwe lidstaten zijn bij de verwezenlijking van de structurele hervormingen geconfronteerd met dezelfde uitdagingen als de oude lidstaten. Velen onder u, zoals de heer Krasts en mevrouw Šlesere, zeiden dat de nieuwe lidstaten in bepaalde gevallen echter extra moeilijkheden ondervinden. De heer Ciemniak zei bijvoorbeeld dat Polen een hoog groeipercentage van 6% heeft en de structurele hervormingen versneld heeft doorgevoerd. Bij die structurele hervormingen moeten de nieuwe lidstaten de aandacht met name toespitsen op de verwezenlijking van de voorwaarden die noodzakelijk zijn voor de productiviteitsverbetering. Door de bank genomen is het productiviteitsniveau daar namelijk heel laag. Ook moeten zij maatregelen nemen om de hoge structurele en langdurige werkloosheid aan te pakken, zoals de heer Siekierski zei. Dan zou ik nu iets willen zeggen over een thema dat mevrouw Jensen aan het begin van het debat noemde en waarop ook anderen zijn ingegaan, namelijk het thema van het vrij verkeer van werknemers. Het is bekend dat er overgangsregelingen zijn afgesproken. Die hebben hun beslag gevonden in uiteenlopende nationale praktijken met een looptijd die heel de periode bestrijken, namelijk van 0 tot 7 jaar. Los van de duur van de overgangsregelingen - die naar ik hoop overbodig zullen blijken te zijn en spoedig zullen worden afgeschaft of in ieder geval worden beperkt - moeten wij voor ogen houden dat het recht op vrij verkeer, op vrije vestiging en op arbeid in een andere lidstaat deel uitmaakt van de door het communautair recht gegarandeerde grondrechten. Evenmin mogen wij vergeten dat deze een vast bestanddeel zijn van de interne markt en het Europees burgerschap. Ik wil verder nogmaals wijzen op hetgeen ik reeds in mijn eerste spreekbeurt zei, namelijk dat de economieën in grote mate eengemaakt en van elkaar afhankelijk zijn, dat zij een gemeenschappelijke markt delen en dat niet alleen de uitstippeling maar ook de uitvoering daarvan op efficiënte wijze gecoördineerd moet worden op zowel nationaal als Europees niveau. De bestanddelen van het economisch coördinatiekader zijn onderling verbonden en maken alle deel uit van de allesomvattende strategie. Ik ben het eens met hetgeen enkelen onder u, zoals mevrouw Thyssen, zeiden, namelijk dat er maar één manier is om sneller vooruit te gaan, namelijk nog meer hervormingen. Wij moeten de coördinatie uitbreiden. Wij mogen ons niet beperken tot financiële zaken maar moeten daarbij ook meer algemene economische vraagstukken betrekken. Ook moeten wij rekening houden met zowel de sociale als de milieudimensie, waarover mevrouw Myller sprak. Zij noemde datgene wat ook ik al eerder zei, en dat ik bij deze duidelijker zal proberen te formuleren, namelijk dat de landen met een hoog niveau van sociale bescherming, zoals Denemarken en Zweden, uitermate concurrentiekrachtig zijn. Wij moeten, mijnheer de Voorzitter, de noodzakelijke politieke wil opbrengen om onze coördinatie uit te breiden tot alle sectoren die onder de strategie van Lissabon vallen. Dan zullen wij een hogere groei en meer werkgelegenheid kunnen bewerkstelligen."@nl3
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:spoken text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με τη δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μια από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισαβόνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισαβόνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισαβόνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetête, τον κ. Szabó και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ’ αυτή τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισαβόνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@el10
lpv:unclassifiedMetadata
"Δήμας,"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:unclassifiedMetadata
"Επιτροπή"5,19,15,1,18,14,16,11,13,10
lpv:translated text
"Κύριε Πρόεδρε, εάν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την αποψινή συζήτηση και να της δώσουμε έναν τίτλο, θα λέγαμε ότι είναι συζήτηση αλληλεγγύης. Ήταν πράγματι η λέξη η οποία ακούστηκε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη απόψε και, βεβαίως, τονίστηκε πάρα πολλές φορές η ανάγκη της ενίσχυσής της και ελπίζω, όπως είπαν ο κ. Libicki και ο κ. Kroupa προηγουμένως, ότι θα μπορέσουμε να κάνουμε την Ευρώπη και τις χώρες μας καλύτερες για μας και τα παιδιά μας και να μπορούμε να ζήσουμε με την δημοκρατία, την ασφάλεια και την ελευθερία την οποία μας εγγυάται η Ευρωπαϊκή Ένωση και η κοινή επιθυμία όλων των λαών της Ευρώπης, χωρίς να θυσιάσουμε τις ελευθερίες. Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή τη συζήτηση, από την οποία μπορώ να πω ότι προέκυψε με σαφήνεια ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν μπορούν να αποσυνδεθούν η μία από την άλλη. Ως εκ τούτου η προσέγγιση την οποία υιοθετήσαμε πέρυσι, αποφασίζοντας να εκσυγχρονίσουμε και να συνδυάσουμε αυτούς τους δύο τομείς πολιτικής, είναι σωστή. Τώρα, πέρα από αυτή την επισήμανση, θα ήθελα να κάνω μερικές ακόμη τελικές παρατηρήσεις: η βραδεία οικονομική ανάπτυξη που σημειώθηκε κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και επομένως και της Ατζέντας Κοινωνικής Πολιτικής, ενδέχεται να δημιουργήσει αμφιβολίες, όπως είπε και προηγουμένως η κ. Lulling, σχετικά με τη βαθύτερη λογική στην οποία στηρίζεται η εκσυγχρονιστική προσέγγιση που υιοθετήθηκε το 2000. Το γεγονός ότι αρκετοί ενδιάμεσοι στόχοι δεν θα επιτευχθούν το 2005, π.χ. η ανεργία, όπως τόνισε η κ. Ainardi και άλλοι, και η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, που είναι πολύ μικρότερο από το ποσοστό το οποίο επιδιώκαμε, όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν κριτική. Πάντως, η στρατηγική επιλογή για την οικονομική και κοινωνική ευημερία είναι η σωστή επιλογή. Πρέπει όχι μόνο να παραμείνουμε πιστοί, όπως τόνισε ο κ. Marini, στις αρχές στις οποίες θεμελιώνεται το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της Ευρώπης και οι οποίες περιέχονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας, αλλά και να είμαστε προσηλωμένοι στους στόχους της συγκεκριμένης στρατηγικής. Αυτό δεν αποκλείει ότι ενδέχεται να απαιτηθούν προσαρμογές όσον αφορά τα συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής και τις μεθόδους υλοποίησής τους. Είναι όμως σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί την οικονομική ανάκαμψη και τη δυναμική της διεύρυνσης για να δώσει νέα ώθηση στη στρατηγική της Λισσαβώνας, εστιάζοντας κυρίως σε ορισμένες προτεραιότητες, όπως είναι η βελτίωση των επενδύσεων στα δίκτυα και στη γνώση της τεχνολογίας, που τονίστηκε από πολλούς, από την κ. Grossetκte, τον κ. Szabσ και πολλούς άλλους, την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας και των υπηρεσιών και την παράταση του ενεργού επαγγελματικού βίου. Γενικά για τα νέα κράτη μέλη υφίστανται και αντιμετωπίζουν, σε ό,τι αφορά την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις ίδιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και τα παλαιότερα κράτη μέλη. Βεβαίως, όπως τονίστηκε από πολλούς, όπως από τον κ. Krasts, την κ. Šlesere, τα νέα κράτη μέλη έχουν βεβαίως μεγαλύτερες δυσκολίες σε ορισμένες περιπτώσεις. Βεβαίως, ορισμένες χώρες όπως η Πολωνία, όπως είπε η κ. Ciemniak, έχουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, 6%, και έχουν καταφέρει στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων γρηγορότερες μεταρρυθμίσεις. Στον τομέα αυτό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων τα νέα κράτη πρέπει να επικεντρωθούν ιδιαίτερα στη δημιουργία συνθηκών για την ενίσχυση της αύξησης της παραγωγικότητας, καθώς τα επίπεδα παραγωγικότητας είναι γενικά πολύ χαμηλά και στην αντιμετώπιση των υψηλών επιπέδων διαρθρωτικής και μακροχρόνιας ανεργίας, την οποία ανέφερε ο κ. Siekierski. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ και σε ένα θέμα που έθεσε στην αρχή της συζήτησης η κ. Jensen και επανελήφθη στη συνέχεια, το θέμα της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων. Είναι γνωστό ότι προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις. Αυτό μεταφράστηκε σε διαφορετικές εθνικές πρακτικές που καλύπτουν όλο το φάσμα, από το 0 μέχρι τα 7 χρόνια. Ανεξαρτήτως όμως των οποιωνδήποτε διαβαθμίσεων στις μεταβατικές περιόδους, που ελπίζω να αποδειχθεί ότι δεν χρειάζονται και να καταργηθούν το συντομότερο δυνατόν, ή να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο, πρέπει να τονίσω ότι η ελεύθερη κυκλοφορία και το δικαίωμα εγκατάστασης και εργασίας σε ένα άλλο κράτος μέλος συνιστούν θεμελιώδεις ελευθερίες που διαφυλάσσονται από το κοινοτικό δίκαιο. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εσωτερικής αγοράς και της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Ακόμη, ήθελα να τονίσω και πάλι αυτό που είπα και στην αρχική μου παρέμβαση, ότι οι οικονομίες με μεγάλο βαθμό ενοποίησης και αλληλεξάρτησης, οι οποίες μοιράζονται μια κοινή αγορά, χρειάζονται αποτελεσματικό συντονισμό της χάραξης αλλά και της υλοποίησης της οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα συστατικά στοιχεία του οικονομικού συντονιστικού πλαισίου συνδέονται στενά σ'αυτήν τη συνολική στρατηγική. Συμφωνώ και εγώ με εκείνους που τόνισαν, όπως η κ. Thyssen, ότι ο μόνος τρόπος για την επιτάχυνση της προόδου είναι η πραγματοποίηση και άλλων μεταρρυθμίσεων. Πρέπει να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας πέραν των δημοσιονομικών θεμάτων, καλύπτοντας ευρύτερα ζητήματα οικονομικής πολιτικής και οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη μας τόσο την κοινωνική όσο και την περιβαλλοντική διάσταση για την οποία μας μίλησε η κ. Myller και ανέφερε αυτό το οποίο είπα και τόνισα και προηγουμένως, και το διευκρινίζω καλύτερα τώρα, ότι δηλαδή χώρες οι οποίες παρέχουν υψηλή κοινωνική προστασία, όπως η Δανία και η Σουηδία, καταφέρνουν να είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές. Πρέπει να βρούμε, κύριε Πρόεδρε, την πολιτική βούληση που χρειάζεται για να επεκτείνουμε τον συντονισμό μας σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ούτως ώστε να επιτύχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη και περισσότερη απασχόληση."@lv13
lpv:translated text
". Mr President, if we could christen this evening's debate and give it a title, we would say it is a debate about solidarity. This was indeed the word which was heard more than any other this evening. Of course, the need to strengthen it was emphasised a great many times and I hope, as Mr Libicki and Mr Kroupa said earlier, that we shall be able to make Europe and our countries better for us and our children and that we shall be able to live with the democracy, security and freedom which the European Union and the common wish of all the peoples of Europe guarantee us, without sacrificing freedoms. I have followed the debate very closely, from which I can say that it clearly emerged that economic and social policy cannot be divorced from one another. Hence, the approach which we adopted last year, when we decided to update and combine these two policy sectors, was the right one. Now, in addition to this observation, I should like to make a number of other final comments. The slow economic growth observed during the first years of the application of the Lisbon strategy and, consequently, of the Social Policy Agenda, may create doubts, as Mrs Lulling said earlier, about the deeper logic on which the updating approach adopted in 2000 is based. The fact that several interim objectives will not be achieved in 2005, such as unemployment, as Mrs Ainardi and others pointed out, or the increase in the rate of employment of older workers, which is far lower than the percentage we were aiming for, may feed criticism. Nonetheless, the strategic choice about economic and social prosperity is the right choice. Not only must we remain faithful, as Mr Marini stressed, to the principles on which the economic and social model of Europe is based and which are contained in the Lisbon strategy, but also we must remain faithful to the objectives of the specific strategy. This does not preclude the fact that adjustments may be required as far as the specific policy measures and their methods of implementation are concerned. It is, however, clear that the European Union should make use of the economic recovery and the dynamics of enlargement to give new momentum to the Lisbon strategy, focusing mainly on certain priorities, such as improving investments in networks and technological know-how, as numerous members emphasised, including Mrs Grossetête, Mr Szabó and numerous others, strengthening the competitiveness of industry and services and extending active professional life. For the new Member States in general, they are undergoing and facing, as far as the implementation of structural reforms is concerned, the same challenges which the older Member States faced. Of course, as numerous members emphasised, including Mr Krasts and Mrs Šlesere, the new Member States do, of course, have greater difficulties in certain cases. Of course, certain countries, such as Poland, as Mrs Ciemniak said, have high rates of growth, 6%, and have achieved faster reforms in the field of structural reforms. In this sector of structural reforms, the new Member States must focus in particular on creating conditions for strengthening the increase in productivity, in that productivity levels are generally very low, and in dealing with the high levels of structural and long-term unemployment, to which Mr Siekierski referred. I should like at this point to refer also to a matter raised at the beginning of the debate by Mrs Jensen and repeated subsequently: the question of the free movement of workers. As you know, provision has been made for transitional arrangements. This has been translated into various national practices which cover the entire spectrum, from zero to seven years. Irrespective, however, of any graduations in the transitional periods, which I hope will prove not to be necessary and will be abolished as quickly as possible or limited as far as possible, I must stress that freedom of movement and the right to establish and work in another Member State are fundamental freedoms which are safeguarded under Community law. Nor should we forget that they are an integral part of the internal market and European nationality. Furthermore, I should like to stress once again what I said at the beginning of my speech, that economies with a large degree of unification and interdependence, which share a common market need efficient coordination in making and implementing economic policy, both at national level and at the level of the European Union. All the constituent elements of the economic coordinating framework are closely connected to this overall strategy. I too agree with those who, like Mrs Thyssen, pointed out that the only way to speed up progress is to carry out other reforms. We must extend our coordination beyond financial matters to cover broader questions of economic policy and we need to take account of both the social and the environmental dimension which Mrs Myller spoke of, referring to what I said and emphasised earlier and which I would like to clarify better now, that the countries which provide a high level of social protection, such as Denmark and Sweden, also manage to be extremely competitive. Mr President, we must find the political will needed to extend our coordination to all sectors covered by the Lisbon strategy, so that we can achieve more growth and greater employment."@en4
lpv:translated text
". Señor Presidente, si pudiésemos bautizar el debate de esta tarde y ponerle un título, diríamos que ha sido un debate sobre la solidaridad. Esta ha sido, en efecto, la palabra que se ha escuchado con mayor frecuencia esta noche. La necesidad de fortalecerla se ha destacado muchísimas veces, como es natural, y espero que –tal como han manifestado los Sres. Libicki y Kroupa– consigamos mejorar las condiciones en Europa y en nuestros países, para nosotros y para nuestros hijos, y vivir con la democracia, la seguridad y la libertad que nos garantiza la Unión Europea y la voluntad común de todos los pueblos de Europa, sin sacrificar las libertades. He seguido con gran atención el debate y puedo decir que de este se desprende claramente que la política económica y la social no se pueden separar. El enfoque que adoptamos el año pasado cuando decidimos actualizar y combinar las políticas en ambos sectores fue, por lo tanto, acertado. [gt]Además de esta observación, a continuación quisiera hacer otros comentarios finales. El crecimiento económico lento registrado durante los primeros años de aplicación de la estrategia de Lisboa y, por consiguiente, también de la Agenda de política social europea puede generar dudas –como ha manifestado la Sra. Lulling– sobre los fundamentos en que se basó la actualización del enfoque adoptada en 2000. El hecho de que en 2005 no se van a alcanzar varios de los objetivos intermedios –como el relativo al desempleo, que han señalado el Sr. Ainardi y otros oradores, o el incremento de la tasa de empleo de trabajadores mayores, que es muy inferior al porcentaje que se pretendía alcanzar– puede alimentar las críticas. Sin embargo, la opción estratégica a favor de la prosperidad económica y social es la adecuada. No solo debemos continuar manteniéndonos fieles a los principios que son la base del modelo económico y social europeo y que están englobados en la estrategia de Lisboa –tal como ha destacado el Sr. Marini–, sino que también debemos ser fieles a los objetivos de dicha estrategia concreta. Esto no excluye la posibilidad de que se requieran algunos ajustes en las medidas políticas concretas y sus métodos de aplicación. No obstante, es evidente que la Unión Europea debería aprovechar la recuperación económica y la dinámica de la ampliación para dar un nuevo impulso a la estrategia de Lisboa, centrando la atención sobre todo en ciertas prioridades, como el incremento de la inversión en redes y capacidad tecnológica –tal como han destacado numerosos diputados, entre ellos la Sra. Grossetête, el Sr. Szabó y varios otros–, la consolidación de la competitividad de la industria y los servicios, y la prolongación de la vida profesional activa. Por lo que respecta a los nuevos Estados miembros en general, estos están experimentando y haciendo frente a los mismos retos que los Estados miembros más antiguos en cuanto a la aplicación de las reformas estructurales. Evidentemente, como han destacado numerosos oradores, incluidos el Sr. Krasts y la Sra. Šlesere, los nuevos Estados miembros se enfrentan a mayores dificultades en algunos casos. Evidentemente, algunos países, como Polonia, presentan –como ha manifestado la Sra. Ciemniak– tasas de crecimiento elevadas –de un 6%– y han conseguido avanzar con mayor rapidez en el ámbito de las reformas estructurales. En dicho ámbito, los nuevos Estados miembros se deben concentrar especialmente en la creación de condiciones que refuercen el aumento de la productividad, dado que sus niveles son en general muy bajos, y en hacer frente a los altos niveles de paro estructural y de larga duración, a los que se ha referido el Sr. Siekierski. En este contexto, quisiera recordar también una cuestión que ha planteado la Sra. Jensen al principio del debate y que se ha vuelto a repetir posteriormente: el tema de la libre circulación de los trabajadores. Como ustedes saben, se ha previsto la adopción de disposiciones transitorias. Estas se han traducido en una diversidad de prácticas nacionales que abarcan todo el abanico de posibilidades, desde cero hasta siete años. No obstante, más allá de la graduación de los períodos transitorios –que espero que resulten innecesarios y se deroguen lo más pronto posible o se restrinjan en la medida de lo posible–, debo destacar que la libertad de circulación, de establecimiento, y de trabajar en otro Estado miembro son libertades fundamentales protegidas por el Derecho comunitario. Tampoco debemos olvidar que forman parte integrante del mercado interior y de la ciudadanía europea. También quisiera volver a destacar lo que ya he manifestado al principio de mi intervención en el sentido de que unas economías con un alto grado de unificación e interdependencia, que comparten un mercado común, requieren una coordinación eficaz en lo que respecta a la elaboración y aplicación de la política económica, tanto a escala nacional como de toda la Unión Europea. Todos los elementos que componen el marco de coordinación económica están estrechamente vinculados a dicha estrategia global. También coincido con quienes han señalado –como la Sra. Thyssen– que el único camino para acelerar los progresos es llevar a cabo otras reformas. Tenemos que ampliar la coordinación en materia financiera para abarcar aspectos más amplios de la política económica y tenemos que tomar en consideración tanto la dimensión social como la dimensión medioambiental a las que se ha referido la Sra. Myller, aludiendo a lo que por mi parte había manifestado y destacado antes, y quisiera aclarar mejor ahora, en el sentido de que los países que ofrecen un alto nivel de protección social, como Dinamarca y Suecia, también han conseguido ser sumamente competitivos. Señor Presidente, tenemos que manifestar la voluntad política necesaria para ampliar nuestra coordinación a todos los sectores que abarca la estrategia de Lisboa, con el fin de poder lograr un mayor crecimiento y aumentar el empleo."@es20
lpv:translated text
"Herr Präsident! Wenn wir diese Aussprache am heutigen Abend charakterisieren und ihr eine Überschrift geben sollten, dann würden wir sagen, sie ist eine Aussprache über Solidarität. Dies war doch in der Tat das Wort, das heute Abend häufiger als jedes andere fiel. Selbstverständlich wurde oft auf die Notwendigkeit hingewiesen, sie zu stärken, und ich hoffe, wie Herr Libicki und Herr Kroupa bereits gesagt haben, dass es uns gelingen wird, Europa und unsere Länder für uns und für unsere Kinder besser zu machen, und dass wir in einer solchen Demokratie, Sicherheit und Freiheit leben können, die uns die Europäische Union und der gemeinsame Wunsch der Völker Europas garantieren, ohne dass die Freiheiten geopfert werden. Ich habe die Aussprache sehr aufmerksam verfolgt, und so kann ich sagen, dass sie wohl eindeutig gezeigt hat, dass Wirtschafts- und Sozialpolitik nicht voneinander getrennt werden dürfen. Deshalb war das Konzept, das wir im letzten Jahr angenommen haben, als wir beschlossen, diese zwei Politikbereiche zu modernisieren und zu kombinieren, das richtige Konzept. Dieser Feststellung möchte ich noch eine Reihe abschließender Bemerkungen hinzufügen. Das langsame wirtschaftliche Wachstum, des während der ersten Jahre der Umsetzung der Strategie von Lissabon und danach der Sozialpolitischen Agenda zu beobachten war, mag, wie Frau Lulling vorhin festgestellt hat, Zweifel am tieferen Sinn des 2000 angenommenen Modernisierungskonzepts hervorrufen. Die Tatsache, dass einige Zwischenziele bis zum Jahre 2005 nicht erreicht werden, wie die Arbeitslosigkeit, die Frau Ainardi und andere hervorgehoben haben, oder der Anstieg der Arbeitslosenquote älterer Arbeitnehmer, die weit unter dem von uns angestrebten Prozentsatz liegt, kann Kritik hervorrufen. Die strategische Entscheidung für wirtschaftliche und soziale Prosperität war jedoch die richtige Entscheidung. Wir müssen nicht nur, wie Herr Marini betonte, den Prinzipien treu bleiben, auf denen das europäische Wirtschafts- und Sozialmodell beruht und die in der Lissabon-Strategie enthalten sind, sondern wir müssen auch den Zielen dieser spezifischen Strategie treu bleiben. Das schließt jedoch nicht aus, dass bei den konkreten politischen Maßnahmen und den Verfahren ihrer Umsetzung möglicherweise Anpassungen erforderlich sind. Aber fest steht, dass die Europäische Union den wirtschaftlichen Aufschwung und die Dynamik der Erweiterung nutzen muss, um der Lissabon-Strategie einen neuen Impuls zu verleihen, indem sie sich hauptsächlich auf bestimmte Prioritäten konzentriert, wie die Verbesserung von Investitionen in Netzwerke und technologisches Know-how, was von vielen Abgeordneten betont wurde, darunter Frau Grossetête, Herrn Szabó und zahlreichen anderen, sowie die Stärkung der Wettbewerbsfähigkeit der Industrie und der Dienstleistungen und die Verlängerung des aktiven Berufslebens. Was die neuen Mitgliedstaaten ganz allgemein betrifft, so stehen sie bei der Umsetzung von Strukturreformen vor den gleichen Herausforderungen wie die älteren Mitgliedstaaten. Wie zahlreiche Abgeordnete, so Herr Krasts und Frau Šlesere, feststellten, haben die neuen Mitgliedstaaten natürlich in bestimmten Fällen sicher größere Schwierigkeiten. Zweifellos können einige Länder, darunter Polen, wie Frau Ciemniak sagte, hohe Wachstumsraten von 6 % vorweisen und sind im Bereich der Strukturreformen schneller vorangekommen. Im Strukturreformsektor müssen sich die neuen Mitgliedstaaten ja vor allem darauf konzentrieren, Bedingungen für eine Steigerung der Produktivität zu fördern, denn das Produktivitätsniveau ist generell sehr niedrig. Und sie müssen sich unbedingt mit den hohen strukturellen und langfristigen Arbeitslosenzahlen auseinander setzen, die Herr Siekierski erwähnte. An dieser Stelle möchte ich auf ein Thema eingehen, zu dem sich Frau Jensen eingangs der Aussprache äußerte und das danach wiederholt aufgegriffen wurde: die Frage der Freizügigkeit der Arbeitnehmer. Wie Sie wissen, sind Übergangsregelungen festgelegt worden. Diese wurden in verschiedene nationale Praktiken umgesetzt, die das gesamte Spektrum abdecken, von null bis sieben Jahren. Abgesehen von den Abstufungen bei den Übergangszeiträumen, die sich hoffentlich wohl als unnötig erweisen und so bald wie möglich abgeschafft bzw. so weit wie möglich begrenzt werden, stellen die Freizügigkeit und das Recht, sich in einem anderen Mitgliedstaat niederzulassen und zu arbeiten, immerhin durch das Gemeinschaftsrecht garantierte Grundfreiheiten dar. Und man darf nicht vergessen, dass sie einen unverzichtbaren Bestandteil des Binnenmarktes und der europäischen Staatsangehörigkeit bilden. Ferner möchte ich noch einmal betonen, was ich bereits am Beginn meiner Rede gesagt habe, dass nämlich Volkswirtschaften mit einem hohen Maß an Einheitlichkeit und Interdependenz, die einen gemeinsamen Markt haben, bei der Erarbeitung und Umsetzung der Wirtschaftspolitik auf nationaler wie auf Ebene der Europäischen Union einer effektiven Koordinierung bedürfen. Alle Bestandteile des wirtschaftspolitischen Koordinierungsrahmens sind eng mit dieser Gesamtstrategie verbunden. Ich stimme denen zu, die, wie Frau Thyssen, darauf hingewiesen haben, dass der einzige Weg, schneller voranzukommen, weitere Reformen sind. Wir müssen unsere Koordinierung über finanzielle Angelegenheiten hinaus ausdehnen und die wirtschaftspolitischen Fragen umfassender abdecken. Wir müssen sowohl die soziale als auch die ökologische Dimension berücksichtigen, die Frau Myller Bezug nehmend darauf angesprochen hat, was ich bereits gesagt habe und jetzt noch einmal deutlicher sagen möchte, dass nämlich die Länder, die ein hohes Sozialschutzniveau bieten, wie Dänemark und Schweden, es auch schaffen, äußerst wettbewerbsfähig zu sein. Herr Präsident, wir müssen den politischen Willen haben, unsere Koordinierung auf alle von der Lissabon-Strategie abgedeckten Bereiche auszudehnen, sodass wir ein größeres Wachstum und mehr Beschäftigung erreichen können."@de9
lpv:translated text
". Senhor Presidente, se pudéssemos baptizar o debate desta noite e dar-lhe um título, diríamos que se trata de um debate sobre a solidariedade. Foi efectivamente essa a palavra que mais se ouviu pronunciar esta noite. É evidente que a necessidade de reforço foi salientada muitas vezes e espero, como disseram anteriormente os senhores deputados Libicki e Kroupa, que sejamos capazes de fazer a Europa e os nossos países melhores para nós e para os nossos filhos e que sejamos capazes de viver com a democracia, a segurança e a liberdade que a União Europeia e o desejo comum de todos os povos da Europa nos garantem, sem sacrificar as liberdades. Acompanhei o debate com muita atenção, o que me permite dizer que ficou bem claro que a política económica e social não podem ser dissociadas uma da outra. Logo, a abordagem que adoptámos no ano passado, quando decidimos modernizar e combinar estes dois sectores de política, foi a abordagem correcta. Agora, a acrescentar a esta observação, gostaria de fazer uma série de outros comentários finais. O lento crescimento económico observado durante os primeiros anos de aplicação da estratégia de Lisboa e, consequentemente, da Agenda de Política Social, pode suscitar dúvidas, como disse anteriormente a senhora deputada Lulling, relativamente à lógica mais aprofundada na qual se baseia a abordagem de actualização adoptada em 2000. O facto de em 2005 não alcançarmos vários objectivos intermédios, tais como o desemprego, como salientaram a senhora deputada Ainardi e outros oradores, ou o aumento da taxa de emprego dos trabalhadores mais idosos, que está muito abaixo da percentagem que pretendíamos, pode alimentar as críticas. Ainda assim, a opção estratégica sobre a prosperidade económica e social é a opção acertada. Não só devemos continuar fiéis, como salientou o senhor deputado Marini, aos princípios que estão na base do modelo económico e social da Europa e que estão contidos na estratégia de Lisboa, como ainda devemos manter-nos fiéis aos objectivos da estratégia propriamente dita. Isto não anula a necessidade de efectuar eventuais ajustamentos nas medidas de política específicas e nos métodos utilizados para as levar à prática. Está, no entanto, claro que a União Europeia deveria usar a recuperação económica e a dinâmica do alargamento para imprimir um novo dinamismo à estratégia de Lisboa, dando especial ênfase a determinadas prioridades, tais como o aumento dos investimentos em redes e em saber-fazer tecnológico, como salientaram muitos oradores, incluindo a senhora deputada Grossetête, o senhor deputado Szabó e muitos outros, reforçando a competitividade da indústria e dos serviços e ampliando a vida profissional activa. Quanto aos novos Estados-Membros em geral, eles estão sofrer e a enfrentar, no que se refere à realização de reformas estruturais, os mesmos desafios que os Estados-Membros mais antigos enfrentaram. Obviamente, como salientaram muitos oradores, nomeadamente o senhor deputado Krasts e a senhora deputada Šlesere, os novos Estados-Membros têm de facto maiores dificuldades em determinados casos. Obviamente, há alguns países, nomeadamente a Polónia, como referiu a senhora deputada Ciemniak, que apresentam elevadas taxas de crescimento, 6%, e conseguiram realizar reformas estruturais mais rapidamente. Neste sector das reformas estruturais, os novos Estados-Membros têm de se concentrar de modo particular na criação de condições para reforçar o aumento da produtividade, uma vez que os níveis de produtividade são geralmente baixos, bem como na resolução dos elevados níveis de desemprego estrutural e de longa duração, que foram aqui referidos pelo senhor deputado Siekierski. Neste ponto, gostaria de fazer também referência a uma questão que foi suscitada no início do debate pela senhora deputada Jensen e que voltou a ser referida subsequentemente: a questão da livre circulação dos trabalhadores. Como sabem, foram previstas disposições transitórias. Essas disposições traduziram-se em várias práticas nacionais que cobrem todo o espectro, desde zero a sete anos. No entanto, independentemente de quaisquer graduações dos períodos de transição, que espero venham a revelar-se desnecessários e sejam abolidos o mais rapidamente ou limitados na medida do possível, devo frisar que a livre circulação e o direito a estabelecer-se e trabalhar num outro Estado-Membro são liberdades fundamentais consagradas no direito comunitário. Também não devemos esquecer que são parte integrante do mercado interno e da cidadania europeia. Além disso, gostaria de frisar uma vez mais aquilo que disse no início do meu discurso, que as economias com um grande nível de unificação e interdependência que partilham um mercado comum necessitam de uma coordenação eficaz na definição e aplicação da política económica, tanto a nível nacional como a nível da União Europeia. Todos os elementos que constituem o quadro de coordenação económica estão intimamente ligados a esta estratégia global. Também eu concordo com os oradores que, como a senhora deputada Thyssen, salientaram que a única maneira de acelerar o progresso consiste em realizar outras reformas. Temos de estender a nossa coordenação para além das questões financeiras, por forma a abarcar questões mais vastas de política económica, e precisamos de ter em conta tanto a dimensão social como a ambiental, da qual falou a senhora deputada Myller, referindo-se a algo que eu disse e frisei anteriormente e que agora gostaria de clarificar melhor, ou seja, que os países que oferecem um elevado nível de protecção social, nomeadamente a Dinamarca e a Suécia, também conseguem ser extremamente competitivos. Senhor Presidente, temos de encontrar a vontade política necessária para estender a nossa coordenação a todos os sectores abrangidos pela estratégia de Lisboa, a fim de podermos alcançar mais crescimento e mais emprego."@pt17
lpv:translated text
". Monsieur le Président, si nous pouvions baptiser le débat de cet après-midi et lui donner un titre, nous dirions qu’il s’agit d’un débat sur la solidarité. En effet, nous avons entendu ce mot plus que tout autre cet après-midi. Bien évidemment, le besoin de la renforcer a été souligné à de très nombreuses reprises et j’espère, comme l’ont indiqué MM. Libicki et Kroupa, que nous serons en mesure d’améliorer l’Europe et nos pays pour nous et nos enfants et que nous pourrons vivre dans la démocratie, la sécurité et la liberté garanties par l’Union européenne et par la volonté générale de tous les peuples d’Europe, sans sacrifier les libertés. J’ai suivi le débat très attentivement. Je peux en déduire qu’il ressort clairement que politique économique et politique sociale sont indissociables. Par conséquent, l’approche que nous avons adoptée l’année dernière, lorsque nous avons décidé d’actualiser et de combiner ces deux secteurs politiques, était la bonne. Je souhaite apporter quelques commentaires finaux en plus de cette observation. La faible croissance économique observée durant les premières années de l’application de la stratégie de Lisbonne et, par conséquent, de l’Agenda de politique sociale, peut éveiller le doute, comme l’a indiqué Mme Lulling, concernant la logique profonde sur laquelle repose l’approche de modernisation adoptée en 2000. Le fait que plusieurs objectifs intermédiaires ne seront pas réalisés en 2005, en matière de chômage notamment, comme l’ont souligné Mme Ainardi et d’autres, ou encore l’augmentation du taux d’emploi des travailleurs âgés, bien inférieur au pourcentage que nous visions, peut donner lieu à des critiques. Pourtant, le choix stratégique de la prospérité économique et sociale est le bon. Nous ne devons pas uniquement rester fidèles, comme l’a souligné M. Marini, aux principes sur lesquels repose le modèle économique et social de l’Europe et couverts par la stratégie de Lisbonne, nous devons aussi rester fidèles aux objectifs de la stratégie proprement dite. Ceci n’empêche pas que des ajustements puissent être nécessaires au niveau des mesures politiques particulières et de leurs méthodes de mise en œuvre. Il est toutefois évident que l’Union européenne doit tirer parti de la reprise économique et de la dynamique de l’élargissement pour donner un nouvel élan à la stratégie de Lisbonne. Pour ce faire, elle doit se concentrer essentiellement sur certaines priorités telles que l’amélioration des investissements dans les réseaux et le savoir-faire technique, comme l’ont souligné plusieurs députés, Mme Grossetête, M. Szabó et bien d’autres encore, renforçant la compétitivité de l’industrie et des services et le prolongement de la vie professionnelle active. Les nouveaux États membres sont en général confrontés, pour ce qui concerne la mise en œuvre des réformes structurelles, à des défis identiques à ceux rencontrés par les anciens États membres. Bien entendu, comme l’ont souligné plusieurs députés, M. Krasts et Mme Šlesere notamment, les nouveaux adhérents ont, bien entendu, des difficultés plus importantes dans certains cas. Évidemment, certains pays, la Pologne par exemple, comme l’a signalé Mme Ciemniak, connaissent des taux de croissance élevés - 6% - et ont mis en place des réformes structurelles plus rapidement. Dans ce secteur des réformes structurelles, les nouveaux États membres doivent en particulier se concentrer sur la mise en place de conditions renforçant l’accroissement de productivité, puisque les niveaux de productivité sont généralement très bas, et sur le traitement des taux élevés de chômage structurel et de longue durée, auxquels M. Siekierski a fait référence. Je voudrais également aborder une question soulevée au début du débat par Mme Jensen et répétée par la suite: celle de la libre circulation des travailleurs. Comme vous le savez, des dispositions transitoires ont été mises en place. Elles ont été traduites en diverses pratiques nationales couvrant la totalité du spectre, allant de zéro à sept ans. Toutefois, abstraction faite de toute graduation durant les périodes de transition - qui, je l’espère, s’avéreront inutiles et seront abolies dès que possible ou limitées autant que faire se peut -, je dois souligner que la liberté de mouvement et le droit de s’établir et de travailler dans un autre pays membre constituent des libertés fondamentales garanties par le droit communautaire. Nous ne devons pas non plus oublier qu’ils font partie intégrante du marché intérieur et de la citoyenneté européenne. Par ailleurs, je tiens à souligner une nouvelle fois ce que j’ai dit au début de mon intervention: les économies fortement unifiées et interdépendantes, qui partagent un marché commun, ont besoin d’une coordination efficace en matière d’élaboration et de mise en œuvre de la politique économique, au niveau national et au niveau communautaire. Tous les éléments constitutifs du cadre de coordination économique sont étroitement liés à cette stratégie globale. Je suis également d’accord avec ceux qui, à l’instar de Mme Thyssen, ont souligné que la seule manière d’accélérer les progrès était de réaliser des réformes supplémentaires. Nous devons étendre notre coordination au-delà des dossiers financiers pour couvrir des questions plus larges de politique économique. Nous devons aussi prendre en considération les dimensions sociale et environnementale évoquées par Mme Myller, référence à ce que j’ai dit et souligné précédemment et que je voudrais clarifier maintenant, à savoir que les pays assurant un niveau élevé de protection sociale comme le Danemark et la Suède, parviennent également à être extrêmement compétitifs. Monsieur le Président, nous devons trouver la volonté politique nécessaire pour étendre notre coordination à l’ensemble des secteurs couverts par la stratégie de Lisbonne afin de renforcer la croissance et l’emploi."@fr8
lpv:translated text
"Signor Presidente, se potessimo ribattezzare la discussione di stasera dandole un titolo, diremmo che è un dibattito sulla solidarietà. E’ questa, infatti, la parola che stasera abbiamo udito pronunciare con maggiore frequenza. Senza dubbio la necessità di rafforzare la solidarietà è stata sottolineata più volte, e mi auguro che, come gli onorevoli Libicki e Kroupa hanno detto poc’anzi, possiamo rendere migliori l’Europa e i nostri paesi per noi e per i nostri figli e possiamo mantenere la democrazia, la sicurezza e la libertà che l’Unione europea e il desiderio comune dei popoli d’Europa ci garantiscono, senza sacrificare le libertà. Ho seguito il dibattito con molta attenzione, e posso dire che è emerso con chiarezza che non si può separare la politica economica da quella sociale. L’approccio, adottato lo scorso anno, di aggiornare e unire questi due settori era quindi corretto. Accanto a questa osservazione, vorrei ora esprimere alcuni commenti conclusivi di natura diversa. Come ha affermato poc’anzi l’onorevole Lulling, la lenta crescita economica registrata nei primi anni in cui si è applicata la strategia di Lisbona, e quindi anche l’Agenda per la politica sociale, può far insorgere qualche dubbio circa la logica profonda su cui si basa l’approccio di aggiornamento adottato nel 2000. Come hanno osservato l’onorevole Ainardi e altri, il fatto che numerosi obiettivi intermedi non verranno raggiunti nel 2005, come ad esempio quelli relativi alla riduzione della disoccupazione o all’aumento del tasso di occupazione dei lavoratori anziani, attestato a livelli molto più bassi di quelli cui miravamo, può dare adito a critiche. Tuttavia, la scelta strategica della prosperità economica e sociale è giusta. Come ha sottolineato l’onorevole Marini, dobbiamo restare fedeli non solo ai principi su cui si fonda il modello economico e sociale comunitario e che sono elencati nella strategia di Lisbona, ma anche agli obiettivi della strategia vera e propria. Ciò non significa che non possano rendersi necessari alcuni aggiustamenti per quanto riguarda le misure politiche specifiche e i metodi con cui queste vengono attuate. E’ tuttavia chiaro che l’Unione europea deve sfruttare la ripresa economica e le dinamiche dell’allargamento per dare nuovo impulso alla strategia di Lisbona, concentrandosi soprattutto su alcune priorità, quali il miglioramento degli investimenti nelle reti e in tecnologico, come hanno sottolineato numerosi deputati, tra cui gli onorevoli Grossetête, Szabó e molti altri, rafforzando la competitività dell’industria e dei servizi ed estendendo la durata della vita professionale attiva. In generale, per quanto riguarda l’attuazione delle riforme strutturali, i nuovi Stati membri stanno attraversando e affrontando le stesse sfide incontrate dagli Stati membri più vecchi. Certamente, come hanno messo in evidenza molti deputati, tra cui gli onorevoli Krasts e Šlesere, in alcuni casi i nuovi Stati membri incontrano difficoltà maggiori. Senza dubbio, come ha affermato l’onorevole Ciemniak, alcuni paesi, tra cui la Polonia, hanno tassi di crescita alti del 6 per cento e hanno realizzato con maggior sollecitudine rispetto ad altri le riforme in ambito strutturale. In quest’ultimo settore, i nuovi Stati membri devono concentrarsi in particolare sulla creazione delle premesse per rafforzare l’aumento della produttività, che in genere si attesta su livelli molto bassi, e sulla soluzione del problema dell’alto tasso di disoccupazione strutturale e di lunga durata, di cui ha fatto menzione l’onorevole Siekierski. A questo punto vorrei ritornare su una questione sollevata all’inizio del dibattito dall’onorevole Jensen e in seguito ripresa: il tema della libera circolazione dei lavoratori. Come sapete, le disposizioni adottate hanno portato a un accordo transitorio, che ha dato origine a diverse pratiche nazionali, che coprono l’intero spettro, da zero a sette anni. Senza tenere conto della gradualità dei periodi di transizione, che spero si dimostrino superflui e vengano aboliti al più presto o limitati il più possibile, devo sottolineare che la libertà di circolazione e il diritto di stabilirsi e lavorare in un altro Stato membro sono libertà fondamentali garantite dal diritto comunitario. Non dovremmo inoltre dimenticare che sono un elemento essenziale del mercato interno e del concetto di nazionalità europea. Inoltre, vorrei porre l’accento ancora una volta su quanto ho affermato all’inizio del mio intervento: le economie con un alto grado di unità e interdipendenza, che condividono un mercato comune, necessitano di un efficiente coordinamento nella realizzazione e nell’attuazione delle politiche economiche, sia a livello nazionale che comunitario. Tutti gli elementi costitutivi del quadro di coordinamento economico sono strettamente collegati a questa strategia complessiva. Anch’io concordo con coloro che, come l’onorevole Thyssen, ritengono che l’unico modo per accelerare i progressi sia la realizzazione di ulteriori riforme. Dobbiamo fare sì che il coordinamento vada al di là delle questioni finanziarie, per includere questioni più ampie di economia politica; dobbiamo inoltre tenere conto sia della dimensione sociale che di quella ambientale, di cui l’onorevole Myller ha parlato riprendendo un concetto da me enunciato e sottolineato in precedenza, che ora vorrei illustrare con maggior chiarezza: i paesi che garantiscono un alto livello di protezione sociale, come ad esempio la Danimarca e la Svezia, riescono ad essere anche estremamente competitivi. Signor Presidente, dobbiamo trovare la volontà politica di estendere il nostro coordinamento a tutti i settori interessati dalla strategia di Lisbona, in modo da ottenere una maggiore crescita e una maggiore occupazione."@it12
lpv:unclassifiedMetadata
rdf:type
dcterms:Date
dcterms:Is Part Of
dcterms:Language
lpv:document identification number
"en.20040504.8.2-206"6
lpv:hasSubsequent
lpv:speaker

Named graphs describing this resource:

1http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Czech.ttl.gz
2http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Danish.ttl.gz
3http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Dutch.ttl.gz
4http://purl.org/linkedpolitics/rdf/English.ttl.gz
5http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Estonian.ttl.gz
6http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Events_and_structure.ttl.gz
7http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Finnish.ttl.gz
8http://purl.org/linkedpolitics/rdf/French.ttl.gz
9http://purl.org/linkedpolitics/rdf/German.ttl.gz
10http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Greek.ttl.gz
11http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Hungarian.ttl.gz
12http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Italian.ttl.gz
13http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Latvian.ttl.gz
14http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Lithuanian.ttl.gz
15http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Maltese.ttl.gz
16http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Polish.ttl.gz
17http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Portuguese.ttl.gz
18http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Slovak.ttl.gz
19http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Slovenian.ttl.gz
20http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Spanish.ttl.gz
21http://purl.org/linkedpolitics/rdf/Swedish.ttl.gz

The resource appears as object in 2 triples

Context graph